Kάμινος χαλκού Αίγινας, αναπαράσταση. 2300-2200 πκχ. Μουσείο Τεχνολογίας Θεσσαλονίκης.
Από Helena Koumpenaki
Πέντε χιλιάδες χρόνια έχουν περάσει από τη στιγμή που άνθρωποι εγκαταστάθηκαν στο βραχώδες ακρωτήριο, τη σημερινή «Κολώνα» και δημιούργησαν ένα χωριό.
Μέσα σε δύο χιλιάδες χρόνια έκτισαν έντεκα επάλληλους οικισμούς. Οι άνθρωποι και τα σπίτια τους προστατεύονταν από τείχη. Τον εαυτό τους είχαν ως μέτρο κατά την οικοδόμηση των σπιτιών, ενώ έκτιζαν με οικοδομικά υλικά που δεν έβλαπταν την υγεία τους.
Οι κάτοικοι ήταν ψαράδες και ικανοί ναυτικοί. Γνώριζαν, επίσης, πώς να αξιοποιήσουν την περιοχή γύρω από τον λόφο καλλιεργώντας τα χωράφια με δημητριακά. Μπορούσαν ακόμη να επεξεργαστούν το μέταλλο και από την Αίγινα είναι γνωστό το πρωιμότερο καμίνι για την τήξη χαλκού, δείχνοντας τις προηγμένες μεταλλουργικές ικανότητες των Αιγινητών εκείνης της εποχής.
Στην περιοχή έχει βρεθεί κάμινος τήξης χαλκού, ύψους 1,40 μ., που χρονολογείται στο 2300-2200 πκχ και κατασκεύασε κάποιος πρωτοπόρος Αιγινήτης τεχνίτης επάνω στα ερείπια της «Λευκής Οικίας» (συμβατική ονομασία της πιο χαρακτηριστικής κατασκευής της Πόλης III), στην Πόλη IV, δηλαδή στον τέταρτο κατά σειρά από τους τουλάχιστον δέκα διαδοχικούς προϊστορικούς οικισμούς που άνθησαν στον λόφο της Κολώνας στην Αίγινα.
Οι Αιγινήτες της εποχής χύτευαν και επεξεργάζονταν μόνοι τους τον χαλκό. Η επεξεργασία του μετάλλου από τον εμπλουτισμό του μέχρι την τελική παραγωγή χυτών ή σφυρήλατων αντικειμένων ακολουθούσε δύο κύρια στάδια επεξεργασίας, τα οποία πραγματοποιούνταν σε διαφορετικούς τύπους κλιβάνων.
Η κάμινος που παρουσιάζεται, αφορά το πρώτο στάδιο επεξεργασίας κατά το οποίο το ορυκτό μετάλλευμα τοποθετείται μαζί με την καύσιμη ύλη, προκειμένου να διαχωριστεί το μέταλλο από τις προσμίξεις που φέρει σαν ορυκτό και την απόκτηση του χαλκού σε κύπελλα μετάλλου. Ο τύπος της καμίνου αυτής είναι χαμηλής εστίας (πύελος).
Στο χυτήριο αυτό συνδυάζονταν η τήξη και το χύσιμο του χαλκού σε μία μόνο διαδικασία. Ο κατασκευαστής έφτιαξε μια βάση από ωμές πλίνθους και από πάνω πρόσθεσε τον φούρνο, που ήταν ταυτόχρονα και το χυτήριο, αφού αυτό το τμήμα έπρεπε να είναι προσιτό και χτισμένο με πυρίμαχη πέτρα, για να μπορεί να γίνει στο εσωτερικό του η καύση.
Τα τμήματα του φούρνου (η σχάρα, το κανάλι ροής του μάγματος, η χοάνη και η μήτρα των ράβδων) ήταν ενσωματωμένα στη βάση, που ήταν φτιαγμένη με ειδικές κεραμικές πλίνθους. Όση ώρα θερμαινόταν ο φούρνος, πύρωναν τα τούβλα και η θερμοκρασία διατηρούνταν σταθερή, ακόμα κι όταν είχε σβήσει η χόβολη, γεγονός που εμπόδιζε τη στερεοποίηση του υγρού μετάλλου που κυλούσε προς τη μήτρα.
Η κατασκευή είναι σχετικά απλή εκτός ίσως από το χωνοειδές τμήμα κάτω από τη σχάρα, που μοιάζει πιο περίπλοκο, γιατί εκεί βρίσκεται το άνω άκρο του καναλιού ροής του μάγματος, που φέρει τη σχάρα και παίρνει στην πορεία του προς τα κάτω το υγρό μέταλλο.
Για να είναι και οι δύο διαδικασίες δυνατές τόσο το κανάλι ροής όσο και το αυλάκι έχουν κατασκευαστεί ημικυλινδρικά και μοιάζουν με χωνιά με το φαρδύ μέρος κάτω από τη σχάρα. Δεν υπήρχε φυσερό που θα τροφοδοτούσε τη φωτιά με οξυγόνο.
Ακριβώς κάτω από τη βάση του φούρνου και κάθετα προς το κανάλι ροής, βρίσκεται η σήραγγα εξαερισμού, αλειμμένη με πηλό και τοποθετημένη σε κατεύθυνση Βορρά-Νότου. Μέσα από αυτή τη σήραγγα έμπαινε κρύος αέρας, κυρίως ο Βοριάς, και άναβε τη χόβολη.
Η διαδικασία της τήξης του χαλκού ήταν η εξής: Ο μεταλλουργός τοποθετούσε μέσα σε ειδικό καλάθι στρώσεις από πυρακτωμένα κάρβουνα και κομμάτια εξορυγμένου χαλκού πάνω στη σχάρα, έκλεινε το καπάκι του φούρνου και άφηνε μια μικρή τρύπα για να φεύγει ο καπνός.
Όταν έλιωνε το μέταλλο, κυλούσε μέσα από τη σχάρα, έφτανε μέσα από το χωνί, που στένευε στην πορεία, στο αυλάκι ροής μήκους 1,80 μ., για να καταλήξει στη χοάνη όπου συγκεντρωνόταν και σχημάτιζε ράβδους 8-10 κιλών.
Μέσα από μια τρύπα της χοάνης έβγαζαν, όταν είχε πια κρυώσει, το έτοιμο κομμάτι μέταλλο. Όσο για τη σκουριά, δηλαδή τα υπολείμματα της καύσης που ήταν ουσίες ξένες προς το μέταλλο, ο μεταλλουργός πρόσθετε στο καμίνι του ανθρακικό ασβέστιο, που έχει την ιδιότητα να λιώνει, όπως και ο χαλκός, στους 700 βαθμούς, να τον καθαρίζει και να δεσμεύει τη σκουριά όταν το μέταλλο εγκαταλείπει το χυτήριο. Όσο περισσότερες φορές είχε λιώσει ένα μέταλλο, τόσο ευκολότερα μπορούσε ο μεταλλουργός να το σφυρηλατήσει για να πλάσει όπλα, εργαλεία και σκεύη καθημερινής χρήσης.
Η ύπαρξη και μόνο του χυτηρίου χαλκού υποδηλώνει την ιδιαίτερη σημασία που είχε η Πόλη IV. Η ανακάλυψη και επεξεργασία του χαλκού ήταν ύψιστης σημασίας για τη βελτίωση της ζωής του ανθρώπου της τρίτης χιλιετίας π.Χ. και το χυτήριο της Αίγινας, από τα μέχρι τώρα στοιχεία, ήταν το πρώτο που δημιουργήθηκε στον ελλαδικό χώρο.
Κριάρης Διονύσης, Κέντρο Διάδοσης Επιστημών & Μουσείο Τεχνολογίας, archive.noesis. edu. gr
Γεώργιος Γκαρής
WALTER HANS, Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΑΙΓΙΝΑΣ