Οι Αϊνού είναι οι ιθαγενείς κάτοικοι των βόρειων ιαπωνικών νησιών Χοκάιντο (Ιαπωνία) και Σαχαλίνης (Ρωσία).
Ο πολιτισμός τους χρονολογείται από το 18.000 π.Χ. και είναι γνωστοί για τη μεγάλη συμβολή τους στη γεωμετρική τέχνη.
Οι Αϊνού είναι γενετικά περισσότερο συγγενείς με τους Ευρώ-σιβηρικούς λαούς παρά με τους Ιάπωνες. Δεν έχουν σχιστά μάτια ούτε τα άλλα χαρακτηριστικά των μογγολικών φυλών.
Η γλώσσα τους, η Αϊνού, είναι αυτόχθονη και δεν έχει καμία γενικά αποδεκτή γενεαλογική σχέση με οποιαδήποτε άλλη γλωσσική οικογένεια.
Οι Αϊνού είναι απόγονοι των μεσαιωνικών λαών Satsumon και Okhotsk, οι οποίοι ανάγουν την καταγωγή τους στους Jomon, έναν πολιτισμό που υπήρχε στην Ιαπωνία από το 10.500 π.Χ. Γενετικές έρευνες έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η καταγωγή των Αϊνού είναι από το βόρειο και κεντροασιατικό γενετικό σύμπλεγμα, ενώ φέρουν γενετικούς δείκτες από Κίνα, Θιβέτ και νησιά του Ινδικού Ωκεανού.
Παραδοσιακά, η αρχαία θρησκεία τους ήταν πολυθεϊστική και λάτρευαν τα πνεύματα της φύσης, όπως οι Καλάς. Η κοινωνία τους ήταν μητριαρχική, δηλαδή οι γυναίκες είχαν στα χέρια τους την οργάνωση της κοινότητας, ενώ οι άντρες ήταν απλά κυνηγοί.
Οι Ιάπωνες δέχονται πως οι Αϊνώ υπήρξαν οι πρώτοι κάτοικοι της Ιαπωνίας ακόμα και πριν από την κατάκτηση των ιαπωνικών νησιών από τις κίτρινες μογγολικες πολεμικές φυλές της ηπειρωτικής Ασίας.
Η επίσημη ιστορία τους αναφέρει μάλιστα πως όταν οι πρώτοι Ιάπωνες διέσχισαν την Κίνα κι έφτασαν στην Ιαπωνία, συνάντησαν μία λευκή γενειοφόρα φυλή (φαινόμενο εξαιρετικά σπάνιο στην γη της Ιαπωνίας), τους Αϊνώ, που ήταν δεινοί πολεμιστές και κυνηγοί.
Οι Ιάπωνες και γενικά οι Ασιάτες δεν διαθέτουν πυκνές γενειάδες, αφού τα γένια τους είναι αραιά. Όπως αναφέραμε και προηγουμένως, οι Αϊνώ είναι λευκοί στην όψη, κάποιοι έχουν γαλάζια μάτια και είναι ψηλοί στο ανάστημα.
Τα χαρακτηριστικά των Αϊνού είναι μαύρα κατσαρά μαλλιά, τριχωτό σώμα και πρόσωπο, κοντό ανάστημα, μακρουλά κρανία και κυρτά μέτωπα. Υπάρχουν πολλές θεωρίες για την καταγωγή τους, όπως ότι είναι καυκασοειδής, μογγολική, ωκεάνια (συγγένεια με τους ιθαγενείς της Αυστραλίας) παλαιοασιατική κ.α.
Πολλοί, βλέποντας για πρώτη φορά το Princess Mononoke δεν αντιλαμβάνονται τα ανθρωπολογικά και ιστορικά στοιχεία της ταινίας, εξαιτίας της ανάμειξής τους με το έντονο ιαπωνικό φολκλόρ, όμως, από το παραδοσιακό κόψιμο των μαλλιών του Ashitaka, όταν φεύγει, μέχρι το γεγονός ότι ο νεαρός πρωταγωνιστής δεν αποκαλύπτει τον λαό, από τον οποίο κατάγεται, στη Lady Eboshi, το φιλμ βρίθει από αυτά.
Οι Emishi, βέβαια, δεν είναι σαφές μέχρι και σήμερα ακριβώς τι γλώσσα μιλούσαν ή ποια ήταν η καταγωγή τους, αλλά υπάρχουν καθαρές ενδείξεις ότι αποτέλεσαν απόγονο του λαού των Jōmon και πρόγονο των Ainu, οι οποίοι αποτελούσαν ένα μόνο τμήμα των ποικιλόμορφων Emishi.
Η εικόνα που έχουμε για τους Σαμουράι, την πεμπτουσία της ελίτ των πολεμιστών που επικράτησαν στην ιστορία της Ιαπωνίας για 900 χρόνια, βασίζεται κυρίως στη δραστηριότητα και τον τρόπο ζωής λίγων επιφανών Σαμουράι κατά την περίοδο του Edo (1603 – 1868), κατά τη διάρκεια της οποίας η Ιαπωνία δεν ενήργησε καμία πολεμική σύρραξη.
Αυτοί οι άριστοι δεξιοτέχνες του σπαθιού απέκτησαν τη φήμη τους επειδή προσπάθησαν να αποκαταστήσουν την περί δικαίου αντίληψή τους με τη δύναμη των όπλων. Στην πραγματικότητα δεν ήταν πάντα οι πολεμιστές του σπαθιού. Αρχικά παρουσιάστηκαν ως ιππείς με ελαφρύ οπλισμό, όπως οι νομαδικοί πολεμιστές της Κεντρικής Ασίας.
Με την πάροδο του χρόνου, ωστόσο, σχημάτισαν μεγάλο στρατό από συνδυασμένα όπλα.
Αρχικά, το καθεστώς αυτό ήταν σε θέση να ελέγξει αποτελεσματικά μόνο το δυτικό μισό των Ιαπωνικών νησιών. Ωστόσο, από τον 8ο αι. και πλέον η εξουσία του επεκτεινόταν σημαντικά προς τα νοτιοανατολικά, προκαλώντας βίαιες αντιδράσεις από τους ντόπιους κατοίκους των νησιών.
Οι ντόπιοι αυτοί αποκαλούνταν με υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς, όπως Ezo ή Emishi, οι οποίες σημαίνουν “ξένος” και “βάρβαρος” αντίστοιχα. Τους αντιμετώπιζαν συνήθως ως βαρβάρους ή, ακόμη και ως ανθρωποειδή, και οι αιχμάλωτοι πολέμου μεταφέρονταν ως σκλάβοι, και μάλιστα χαριστικά, στην Κίνα, εκτός από εκείνους που επέλεγαν ν’ αφομοιωθούν από το σύστημα και να εγκατασταθούν σε οποιοδήποτε άλλο μέρος στην Ιαπωνία.
Οι ντόπιοι, από την άλλη, είχαν σε εξέλιξη το θέμα του δικού τους αποικισμού. Ορισμένα στοιχεία δείχνουν ότι είχαν ξεκινήσει να μεταναστεύουν προς το νότο από τον 3ο αι. λόγω των κλιματικών αλλαγών. Ήταν άριστοι κυνηγοί. Όμως, καθώς ο εποικισμός του ιαπωνικού αγροτικού κόσμου απειλούσε να συνθλίψει τη βιοτική τους σφαίρα, συγκρούστηκαν αρχικά με τους αποίκους και τους αξιωματούχους πιθανόν τον 7ο αι.
Η αντίστασή τους ήταν πολύ σθεναρή και οι Ιάπωνες μέτρησαν πολλές ήττες.
Μερικοί άποικοι, μάλιστα, εγκατέλειψαν ακόμη και τις θυτείες ρυζιού (οι ντόπιοι προτιμούσαν ένα είδος ζωής με βάση το κυνήγι σ΄αυτό το μέρος της Ιαπωνίας, όπου το κυνήγι και τα ψάρια ήταν άφθονα, αλλά στην περιοχή οι χαμηλές θερμοκρασίες δεν ευνοούσαν την καλλιέργεια ρυζιού) και συγχωνεύτηκαν με τους ντόπιους.
Παρόλες όμως τις αντιξοότητες που αντιμετώπιζαν, δεν σχημάτισαν ένα αντίπαλο καθεστώς ώστε να προκαλέσουν τους Ιάπωνες.
Έτσι, καθώς πολλοί ντόπιοι είχαν αφομοιωθεί και είχαν περιέλθει σε αδράνεια, κάποιοι άλλοι πολέμαρχοι ενίσχυσαν τόσο τη δύναμή τους ώστε σχημάτισαν τους δικούς τους ιδιωτικούς στρατούς, οι οποίοι συχνά έφεραν παράνομο οπλισμό.
Θα μπορούσαν να καταστούν χρήσιμοι ως στρατιωτική δύναμη για τους Ιάπωνες αν δεχόταν να συμμαχήσουν, αλλά το να τους θέσει κάποιος υπό έλεγχο δεν ήταν εύκολη υπόθεση.
Ποιοι ήταν οι Jōmon; Ως Jōmon γενικά λογίζονται οι κάτοικοι των Ιαπωνικών νησιών πριν την έλευση των Yayoi, δηλαδή των προγόνων των περισσότερων σύγχρονων Ιαπώνων, πριν από περίπου 3.000 χρόνια, και τη σταδιακή κατάληψη ολόκληρου του αρχιπελάγους από αυτούς.
Για να κρατήσω το θέμα στα στενά αρθρογραφικά πλαίσια, ωστόσο, θα επιστρέψω στους Emishi (κυριολεκτικά «γαριδοφάγοι βάρβαροι» στα Ιαπωνικά), ή Mojin, δηλαδή «τριχωτοί», όπως τους πρωτοαποκάλεσαν παλαιότερα οι Κινέζοι (μια αναφορά στη δασύτριχη εμφάνιση των Ainu, σε αντιδιαστολή με τους σχετικά άτριχους Ιάπωνες).
Οι ορισμένοι μη-Ainu Emishi φαίνεται ότι σταδιακά αφομοιώθηκαν είτε από τους Ιάπωνες, που επεκτείνονταν από τον νότο του Honshū, είτε από τους Ainu, που κατοικούσαν στο Hokkaidō, το οποίο παλαιότερα λεγόταν Ezo, τις Κουρίλες νήσους και τη Σαχαλίνη.
Οι χοροί κατέχουν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην ζωή των Αϊνού, καθώς μέσω αυτών επιτυγχάνεται η αρμονία της ζωής του ανθρώπου και η συνέχεια της επιβίωσής τους.
Γι’αυτόν τον λόγο οι Αϊνού αφιέρωναν πολλούς χορούς στους θεούς διοργανώνοντας διάφορα φεστιβάλ. Παράλληλα ο χορός έπαιζε εξίσου σημαντικό ρόλο και στην καθημερινή ζωή καθώς εξέφραζε τα συναισθήματα χαρά και λύπης.
Οι Αϊνού έχουν πλούσιους λαϊκούς μύθους και παραδόσεις. Ωστόσο, σήμερα αυτές οι παραδόσεις και οι μύθοι έχουν επιμειχθεί πολύ με τους Ιάπωνες.
Μετά τον δέκατο έκτο αιώνα, το κομμάτι των Αϊνού που ζούσε στα ιαπωνικά νησιά πιέστηκε να αφομοιωθεί από το ιαπωνικό στοιχείο, με αποτέλεσμα να καταστραφεί ο πολιτισμός τους σχεδόν ολοκληρωτικά.
Οι Ainu διέθεταν εντελώς διαφορετικά φυσικά χαρακτηριστικά και πολιτισμικές πρακτικές από τους Ιάπωνες κατακτητές, οι οποίοι επί 150 χρόνια περίπου θα αγωνιστούν σκληρά να τους αφομοιώσουν.
Η τεράστια προφορική παράδοση των Ainu έχει καταγραφεί σε μεγάλο βαθμό, διασώζοντας την ιστορία και τη λογοτεχνία αυτού του λαού, ενώ τα τελευταία χρόνια υπάρχουν αξιόλογες προσπάθειες και για αναβίωση της γλώσσας, μέσω σχολείων, τα οποία πολλαπλασιάζονται διαρκώς από το 1987, όταν άνοιξε το πρώτο τέτοιου τύπου εκπαιδευτικό ίδρυμα.
https://www.geostratigika.gr/featured/ainou-i-lefki-fili-tis-iaponias-ainou-opos-iones/
https://www.greecejapan.com/afieroma-stous-ainu/
https://www.offlinepost.gr/2022/04/17/ainu-vathies-ithageneis-rizes/
https://www.historical-quest.com/arxeio/mesaioniki-istoria/144-h-anatoli-tis-periodou-twn-samurai.html?srsltid=AfmBOop3XsIG4Ho9BgTQzA8IdACuUTJ356clk1c3AIeUx0uST8KaxSok
Πηγή Άρθρου: Facebook
